3 Ιουν 2017

Αρχιμ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Η ενδυμασία της γυναικός



Η ENΔΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ
Ἡ ἄποψη ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀμφίεσης τῆς γυναικός, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, δὲν εἶναι καὶ τόσο σημαντικό, εἶναι λανθασμένη.
Ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἀκόμη ὑπῆρχε ἡ γνώμη ὅτι ὅταν ἡ γυναίκα δὲν προσέξη τὴν σεμνὴ ἐνδυμασία ἀποβάλλει καὶ τὴν αἰδώ: «Ἅμα δὲ κιθῶνι (χιτῶνι) ἐκδυομένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή» (Ἡροδότου, Ἱστορία, 1, 8, 14).
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη βλέπουμε ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Δημιουργός μας Θεὸς φρόντισε νὰ ἐνδύση τὰ γυμνὰ σώματα τῶν πρωτοπλάστων μετὰ τὴν πτώση τους: «Καὶ ἐποίησεν κύριος ὁ θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γέν. 3, 21). Ἡ ἐνδυμασία ἐδόθη στὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν παρακοή του, γιὰ νὰ καλύπτη τὸ σῶμα του καὶ νὰ ἐνθυμῆται τὴν πτώση του καὶ τὴν ἀπογύμνωσή του ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὸ τὸ ἔκαμε ὁ Θεὸς «πρὸς τὸ μὴ γυμνοὺς εἶναι καὶ ἐνασχημονεῖν», κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο (βλ. PG 53,149).
Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἡ ἐνδυμασία ὑφίσταται ὡς κάλυψη τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ,  δηλαδή τοῦ σώματός μας (πρβλ. Α´ Κορ. 3, 16. 6, 19. Β´ Κορ. 6, 16),  ἀλλὰ καὶ ὡς σφραγίδα ἁγνότητος, συνεχοῦς νήψεως καὶ ὑγείας πνευματικῆς ( Πρβλ. Μάρκ. 5, 15. Λουκ. 8, 35).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τὴν σημασία, τὴν ὁποία ἔχει ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση, ἰδιαιτέρως γιὰ τὴν χριστιανὴ γυναίκα ποὺ θέλει νὰ εἶναι θεοσεβής: «Ὡσαύτως [καὶ] γυναῖκας ἐν καταστολῇ (δηλ. ἐνδυμασία) κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν καὶ χρυσίῳ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ, ἀλλ᾽ ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν» (Α´ Τιμ. 2, 9-10). Στὸ χωρίο αὐτὸ δηλώνεται ἐμφανέστατα ὅτι ἡ ἐνδυμασία δὲν εἶναι δευτερευούσης σημασίας, ἀλλὰ φανερώνει τὴν σεμνότητα ἢ μὴ τῆς ψυχῆς: «Τῇ περιβολῇ μηνυούσῃ τῶν ψυχῶν τὴν σεμνότητα» (PG 82, 801).
Ἔτσι, λοιπόν, ὅποιοι καὶ ὅποιες «ἀναισχύντως ἀπογυμνοῦν, ἃ συγκαλύπτειν εὐσχημονέστερον» (Μ. Βασιλείου), δὲν καλύπτουν, δηλαδή, τὸ σῶμα τους καὶ τὸ ἀποκαλύπτουν στὰ μάτια τῶν ἄλλων, αὐτοὶ εἶναι ἄσεμνοι - ἀσεβεῖς. Καὶ τοῦτο γιατὶ ἀσεβοῦν σὲ κάτι ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκει, ἀφοῦ τὸ σῶμα μας ἀνήκει στὸν Δημιουργό μας Θεό: «ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς» (Α´ Κορ. 6, 20). Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος εἶναι κατηγορηματικός: «Εἰ γὰρ ἀλλότριόν ἐστι τὸ σῶμα, οὐκ ἔχετε ἐξουσίαν ἀλλότριον σῶμα ὑβρίζειν, φησὶ, καὶ μάλιστα ὅταν ᾖ Δεσποτικόν, οὐδὲ ναὸν μολύνειν τοῦ Πνεύματος» (PG 61,147). Ἀλλὰ καὶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶναι ἀπόλυτος στὸ ζήτημα τῆς σεμνότητος: «Οὐκ ἐκδύσῃ γυμνός· νυκτὸς δὲ καὶ ἡμέρας τὸ ἱμάτιόν σου ἔστω καλύπτον τὴν σάρκα σου» (Πρβλ. PG 28, 264C).
Καταφαίνεται, λοιπόν, ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὅτι ἡ σεμνὴ ἐνδυμασία φανερώνει τὴν ταπεινὴ καὶ ἁγνὴ ψυχή, διότι ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ὁπωσδήποτε ἐπιδρᾶ οὐσιαστικῶς στὴν ψυχή. Εἴτε τὴν ξιπάζει, τὴν φέρνει σὲ κενοδοξία καὶ ἔπαρση μὲ τὴν ἀνταρσία τῆς ἀσέμνου περιβολῆς εἴτε τὴν φέρνει σὲ κατανυκτικὴ ὑποταγὴ καὶ ταπείνωση μὲ τὴν σεμνὴ καὶ μεμετρημένη περιβολή. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐπισημαίνει ὅτι τὸ «πανταχόθεν περιστέλλεσθαι καλῶς, ὅπερ ἐστὶ πολλοῦ φόβου σημαντικόν», δηλαδὴ ὅτι ἡ σεμνὴ ἐνδυμασία δηλώνει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. (Βλ. PG 95, 1005).
Ἡ ἄσεμνος ἐνδυμασία, «τὸ πάθος τοῦ καλλωπισμοῦ τῆς περιβολῆς τῶν ἱματίων», κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ὁδηγεῖ στὴν πορνεία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἄμεσο ἢ ἀπώτερο κίνητρο γιὰ τὴν χρήση της. Ἡ σεμνότητα, ἀντιθέτως, τὴν ἀποτρέπει καὶ ἑλκύει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἄσεμνη, ὅμως, εἶναι καὶ ἡ χρήση τῆς ἀνδρικῆς ἐνδυμασίας (πανταλόνι) ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ καὶ σέβεται τὴν προσωπικὴ ταυτότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Εἶναι ἀντίθετη στὴν ἰσοπέδωση τῶν δύο φύλων, ἡ ὁποία μετὰ μανίας ἐπιχειρεῖται κυρίως στὴν ἐποχή μας μὲ τὴν ἀνδρικὴ ἀμφίεση τῶν γυναικῶν. Ὁ Θεὸς καὶ Δημιουργός μας ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀκόμη ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στὸ θέμα αὐτό. Διαβάζουμε στὸ Δευτερονόμιο: «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα κυρίῳ τῷ θεῷ σού ἐστιν πᾶς ποιῶν ταῦτα» (22, 5). Ὁ ὅρος «βδέλυγμα» δηλαδὴ «ἀηδία, σιχασιά, ἀποστροφή, βδελυγμία», δηλώνει πόσο σοβαρῶς λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψιν ὁ Δημιουργός μας Θεὸς τὴν ἐναλλαγὴ τῆς ἐνδυμασίας μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Δὲν θέλει νὰ διαταράσσεται ἡ φυσικὴ τάξη διαχωρισμοῦ ἀρσενικοῦ καὶ θηλυκοῦ. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἑρμηνεύοντας τὸ προηγούμενο χωρίο, ἐπισημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ ἀκαλλέστατο, ἄσχημο θέαμα καὶ βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡ ἔνδυση τῆς γυναικὸς μὲ ἀνδρικὸ ἔνδυμα, ἐνῶ ἡ χρήση γυναικείων συνηθειῶν στὴν ἔνδυση ἐκ μέρους τῶν ἀνδρῶν ἀποτελεῖ ἔσχατο σημεῖο ἐκθηλυσμοῦ (Βλ. PG 68, 368A).
Ἐπειδή, ὅπως κατανοοῦμε, τὸ ζήτημα τῆς ἐναλλαγῆς τῆς ἐνδυμασίας μεταξὺ τῶν δύο φύλων δὲν εἶναι παρωνυχίδα, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀσχολήθηκαν καὶ οἱ Πατέρες στηλιτεύοντάς το. Οἱ Πατέρες οἱ συγκροτήσαντες τὴν ἐν Γάγγρᾳ Σύνοδο (340) εἶναι τόσο κατηγορηματικοί στὸ θέμα αὐτό, ὥστε μὲ τὸν ΙΓ´ κανόνα τους ἀναθεματίζουν τὴν γυναίκα, ἡ ὁποία θὰ ἐνδυθῆ μὲ ἀνδρικὰ ροῦχα, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἀγαθὴ πρόθεση τῆς μοναστικῆς ἀσκήσεως: «Εἴ τις γυνὴ διὰ νομιζομένην ἄσκησιν μεταβάλλοιτο ἀμφίασμα, καὶ ἀντὶ τοῦ εἰωθότος γυναικείου ἀμφιάσματος ἀνδρῷον ἀναλάβοι, ἀνάθεμα ἔστω» (Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα 3,  109). Στὸν κανόνα αὐτὸ γίνεται γιὰ πρώτη φορὰ διαχωρισμὸς  μεταξὺ γυναικείου καὶ ἀνδρικοῦ ἀμφιάσματος καὶ «κατάλληλος τῇ γυναικείᾳ φύσει στολή» (Βαλσαμών, ὅπ.π.). Ἡ Ἐκκλησία ἐντοπίζει γρήγορα τὸν κίνδυνο ποὺ ἐλλοχεύει μὲ αὐτὴ τὴν καινοτομία καὶ τὴν καταδικάζει πρὶν  ἐξαπλωθῆ στὸ σύνολο τοῦ γυναικείου κόσμου.
Ἐπιπροσθέτως, ἡ ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (691) μὲ τὸν ΞΒ´κανόνα ἐπανέρχεται στὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἐπιβάλλει ἐπιτίμιο ἀφορισμοῦ σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔστω καὶ χάριν ἀστειότητος θὰ ἐνδυθοῦν τὸ ἔνδυμα τοῦ ἀντιθέτου φύλου: «Μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι, ἢ γυναῖκα τὴν ἀδράσιν ἁρμόδιον... τοὺς οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν τι τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας... ἀφορίζεσθαι» (Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα 2, σ. 448). Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, σχολιάζοντας τὸν κανόνα αὐτόν, λέγει μεταξὺ ἄλλων: «Καὶ ὄντος (sic) βδελύγματα εἶναι ταῦτα εἰς τὸν Θεόν, καὶ τῶν χριστιανῶν ἀλλότρια, τὰ ὁποῖα πρέπει οἱ Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς νὰ ἐπιμεληθοῦν μὲ ὅλα τὰ δυνατά των, νὰ τὰ ἐμποδίσουν, ὡς κατηγορίαν ὄντα τοῦ Χριστιανισμοῦ, μὲ ἐπιτίμιον ἀφορισμοῦ» (Πηδάλιον [1976], σ. 276). Στὸν κανόνα αὐτὸ διαφαίνεται γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἡ αὐστηρὴ προσήλωση τῶν Πατέρων στὴν τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ περὶ ἀπαγορεύσεως ἐνδύσεως τῶν γυναικῶν μὲ  ἀνδρικὰ ροῦχα καὶ τὸ ἀντίθετο.
Ἡ ἀπαγόρευση τοῦ ὡς ἄνω κανόνος δὲν ἀναφέρεται στὴν ἐνδυμασία τῆς γυναικὸς μόνον ὅταν αὐτὴ εὑρίσκεται στὸν Ἱερὸ Ναό, ἀλλὰ «ὁτεδήποτε», σὲ ὅλη τὴν καθ᾽ ἡμέραν ζωή της, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Βαλσαμών.
Τὰ φεμινιστικὰ κινήματα προσπάθησαν καὶ προσπαθοῦν νὰ ἐξισώσουν τὴν γυναίκα μὲ τὸν ἄνδρα. Πῶς ὅμως; Κατὰ τὴν γνώμη μας ἀλλοπρόσαλλα καὶ συμπλεγματικά, ἀρνούμενα τὶς πνευματικὲς ἀξίες καὶ παραθεωροῦντα τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ γυναικός. Ὅμως, ἡ τρομερὴ ἐξάπλωση τῶν γυναικείων νευρώσεων καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς ἀτομικῆς καὶ κοινωνικῆς τους ἰσορροπίας ἀπέδειξαν περίτρανα ὅτι στὴν πραγματικότητα ὁδήγησαν τὴν γυναίκα σὲ ἀπαράδεκτο σχιζοφρενικὸ ἀδιέξοδο.
Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος προτρέπει τὶς γυναῖκες νὰ ἀποφεύγουν τὴν ἐξεζητημένη καὶ ἄσεμνη ἐνδυμασία, χαρακτηρίζοντάς την ὡς μανία. Συνιστᾶ δὲ νὰ μεταθέσουν τὴν φροντίδα ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τοῦ σώματος στὴν ἐσώτερη ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ὁ ἐξωτερικὸς στολισμὸς δὲν τὴν ἀφήνει νὰ φανῆ ὡραία ἐσωτερικῶς. Λέγει συγκεκριμένα: «Παῦσαι τῆς μανίας, γύναι, ἐπὶ τὴν ψυχὴν μετάγαγε τὴν τοιαύτην σπουδὴν, ἐπὶ τὴν ἔσω ἐμπρέπειαν· οὗτος γὰρ ὁ κόσμος ὁ ἔξωθεν περικείμενος οὐκ ἀφίησι τὸν ἔνδον γενέσθαι καλόν» (PG 62, 542).
Ἴσως, ὅμως, ἀντείπει κάποιος ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κινῆται ἐλεύθερα, ὡς ἐλεύθερο ὄν. Στὴν Ἁγία Γραφή, ὡστόσο, βλέπουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ εἶναι ὀντολογική, πρέπει νὰ ἔχη κέντρο της τὴν ἀγάπη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει: «Ὑμεῖς γὰρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις» (Γαλ. 5, 13). Συνεπῶς ἡ ἐλευθερία δὲν χαρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο στὸν ἄνθρωπο, «ἵνα ἀδεῶς ἁμαρτάνει» (PG 82, 496B). Κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ὁ Χριστὸς μᾶς ἀπελευθέρωσε ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῆς δουλείας καὶ μᾶς κατέστησε κυρίαρχους τῶν πράξεών μας, ὄχι γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὴν τὴν ἐξουσία γιὰ τὴν διάπραξη τῆς κακίας, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν θεωρήσουμε ὡς ἀφορμὴ πνευματικοῦ κέρδους καὶ νὰ ζήσουμε μὲ πραγματικὴ φιλόσοφο διάθεση (PG 61, 669).
Kαταλήγοντας, ὑπογραμμίζουμε ὅτι ἡ διάκριση τῶν φύλων ἔχει τὴν καταβολή της στὴν δημιουργία καὶ πρέπει νὰ γίνη σεβαστὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ γυναίκα ποὺ ἐνδύεται τὸ ἀνδρικὸ ἔνδυμα – πανταλόνι ἀντιστρατεύεται στὴν διάκριση αὐτὴ καὶ ἄρα στρέφεται κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ της.

5 σχόλια:

  1. Πόσο πονούσαν για την άθλια εμφάνιση των γυναικών, τόσο εκτός όσο και εντός των ναών, ο μακαριστοί πατέρες Θεόφιλος Ζερβάκος, Γερβάσιος Παρασκευόπουλος και Αυγουστίνος Καντιώτης! Δυστυχώς στις χαλεπές μας ημέρες δεν υπάρχει αυτή η ζέση από την πλευρά των ποιμένων (ευτυχώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις) με συνέπεια την παγίωση του κακού και την αποθράσυνση των ενόχων. Τη μέγιστη ευθύνη, εν προκειμένω, φέρουν οι αρχιερείς και οι ιερείς που ανέχονται τη μετατροπή των ναών σε πασαρέλες και παραλίες!
    Πού το ελεγκτικό κήρυγμα σήμερα; Πού το "έλεγξον, επιτίμησον" του αποστόλου Παύλου;
    Πού το "τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσιν";
    Μας έφαγε ο συμβιβασμός και η σιωπή!
    Λ.Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ καλά ανάλυση. Συμφωνώ με τον αδελφό Λ.Ν. Δυστυχώς οι Ναοί έχουν γίνει οίκοι μόδας και για τους Ιερεις ισχύει αυτό. Θλίψη μεγαλη.

    Αλεξανδρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εκατό φορές μπράβο στον π. Κύριλλο Κωστόπουλο για το πολύ καλό άρθρο του!!!

    Φώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όντως, όταν τελείται μυστήριο(γάμος-βάπτιση) και είναι καλοκαίρι η αμφίεση των γυναικών καλεσμένων (ακόμη και εγγάμων) θυμίζει πασαρέλα μόδας για να μην πω κάτι άλλο. Οι ποιμένες τι κάνουν; Γιατί σιωπούν; Για να μην τους πουν οπισθοδρομικούς;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τέτοια γραπτά , τόσο σπάνια σαν τα μαργαριτάρια πρέπει να διαβάζονται στους ι. Ναούς κάθε Κυριακή και να μένουν στο επίσημο site κάθε μητρόπολης ψηλά ψηλά για να τα βλέπει ο ζαλισμένος κόσμος συνέχεια.

    Χαράλαμπος

    ΑπάντησηΔιαγραφή